δωρεάν μεταφορικά με αγορές καθαρής αξίας άνω των 25€

  • 27,75€ (-10%)
  • 24,97€

Η θεία κωμωδία

περίληψη βιβλίου

«Κόλαση, Καθαρτήρι, Παράδεισος υπάρχουν μέσα μας, μυστική, φοβερή ανθρώπινη Τριάδα, κι όλο το τραγούδι του Δάντη είναι το ασκητικό, επίπονο ανέβασμα από το χτήνος στο Θεό. Κάθε άνθρωπος έχει εντός του όλες τις αμαρτίες κι όλες τις δυνατότητες να τις παλέψει και να τις υποτάξει, κι όλες τις ελπίδες, ανηφορίζοντας από σφαίρα σε σφαίρα, δηλαδή από άθλο σε άθλο, να σμίξει με το Θεό. Κολασμένος, Αγωνιστής, Λυτρωμένος, να τα τρία πατώματα του τέλειου ανθρώπου. Ένα από αυτά τα τρία να λείψει –και του Κολασμένου ακόμα, προπάντων του Κολασμένου–, ο άνθρωπος είναι μισερός».

Η Θεία Κωμωδία του Νίκου Καζαντζάκη είναι ένα έργο βαθιά φιλοσοφικό, που ξεπερνά τα όρια της θρησκείας και της μεταφυσικής, για να γίνει ένας ύμνος στην ανθρώπινη αναζήτηση και στην αέναη πάλη για γνώση και ελευθερία. Με τολμηρό ύφος, έντονο λυρισμό και φιλοσοφική ενδοσκόπηση, ο Καζαντζάκης δεν ακολουθεί τον δρόμο του Δάντη, αλλά δημιουργεί το δικό του μονοπάτι, προσφέροντας μια νέα εκδοχή της μετά θάνατον περιπλάνησης.

+προσθήκη στην βιβλιοθήκη

πληροφοριες

ημερομηνία έκδοσης11 Απριλίου 2025
τίτλος πρωτοτύπουDivina Commedia
γλώσσα πρωτοτύπουιταλικά
αριθμός σελίδων832
διαστάσεις14 Χ 21
εξώφυλλοΜαλακό
ISBN978-618-10-0010-7

συγγραφεις

Καζαντζάκης, Νίκος

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 στο Ηράκλειο της τουρκοκρατούμενης τότε Κρήτης, Παρασκευή, ημέρα των ψυχών. Για δικηγόρο τον προόριζε ο πατέρας του, ο καπετάν Μιχάλης, αφού πρώτα τον μύησε στην αγάπη και στο δέος της λευτεριάς.

Στα Γράμματα εμφανίστηκε με δοκίμια και άλλα κείμενα το 1906, έτος αποφοίτησής του (με άριστα) από τη Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το πτυχίο φέρει και την υπογραφή του Κωστή Παλαμά ως Γενικού Γραμματέως του Πανεπιστημίου.

Ο πρώτος του γάμος, με τη Γαλάτεια Αλεξίου, έρωτας των νεανικών του χρόνων, κατέληξε σε διάσταση και διαζύγιο. Την ευτυχία βρήκε ο Καζαντζάκης στη δεύτερη σύζυγό του Ελένη, το γένος Σαμίου. Έγραψε ο Καζαντζάκης στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη στις 4 Μαΐου 1957: «Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου· χωρίς αυτή θά 'χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, περήφανη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη».

Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε πολύ στην Ελλάδα για να γνωρίσει τη συνείδηση της γης και της φυλής μας, όπως έλεγε ο ίδιος. Βρέθηκε και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και σε τόπους της Ανατολής. Με την Κύπρο, την οποίαν επισκέφθηκε με την Ελένη, συνδέθηκε ιδιαίτερα και τάχθηκε σταθερά υπέρ των αγώνων της για ελευθερία.

Παρά το γεγονός ότι ήταν ένας ασκητής ο Νίκος Καζαντζάκης αναμίχθηκε και στα κοινά. Το 1945 και για 40 ημέρες διετέλεσε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου, αλλά παραιτήθηκε, κυρίως μη αντέχοντας τα αιτήματα για ρουσφέτια. Το 1947-48 διετέλεσε τμηματάρχης της UNESCO στο Παρίσι, από όπου και πάλι παραιτήθηκε –και ας ήταν σπουδαία εκείνη η θέση– για να μπορέσει απερίσπαστα να επιδοθεί στην αγνή και αφιλόκερδη πνευματική δουλειά.

Βασικός άξονας των καζαντζακικών έργων είναι η εσωτερική ελευθερία και αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η κοινωνική δικαιοσύνη, η τόλμη, όπως εκφράζεται στον φιλοσοφικό του όρο Η Κρητική Ματιά: να κοιτάζεις άφοβα τον φόβο, να ζεις τη ζωή των θνητών και να συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι αθάνατος, να αγωνίζεσαι για την καταξίωση της ψυχής, μιας ψυχής διαρκώς πεινασμένης και ανικανοποίητης, που κατατρώγει τη σάρκα και οδηγεί σε πνευματική υπέρβαση και λύτρωση.

Για την ακέραιη και άφοβη παρουσία του ο μεγάλος Κρητικός καταπολεμήθηκε και από την Πολιτεία και από την Εκκλησία, που με τις παρεμβάσεις τους ματαίωσαν τη σίγουρη απονομή σ' αυτόν του Βραβείου Νόμπελ. Τη δεκαετία του '50 η Εκκλησία της Ελλάδος άρχισε διαδικασία αφορισμού του, αλλά δεν τόλμησε να προχωρήσει στην πράξη. Το Βατικανό το 1954 ανέγραψε το μυθιστόρημά του Ο Τελευταίος Πειρασμός στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων.

Ο Νίκος Καζαντζάκης ασχολήθηκε με όλα τα είδη τού λόγου: ποίηση, θέατρο, φιλοσοφία, ταξιδιωτική αφήγηση, μυθιστόρημα. Έκανε, επίσης, πολλές μεταφράσεις και διασκεύασε στα ελληνικά μεγάλο αριθμό παιδικών βιβλίων. Μυθιστορήματά του έγιναν πολυβραβευμένες ταινίες, όπως ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, που σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Κακογιάννης, με πρωταγωνιστές τον Άντονυ Κουίν και την Ειρήνη Παπά, και Ο Τελευταίος Πειρασμός, που σκηνοθέτησε ο Μάρτιν Σκορσέζε.

Κατά το ταξίδι της επιστροφής του από την Κίνα, εισήχθη στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ της Γερμανίας, όπου πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957, στις 10:20 το βράδυ. Νεκρός μεταφέρθηκε στην Αθήνα και μετά στην Κρήτη. Τάφηκε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα βενετσιάνικα τείχη του Ηρακλείου.

Σήμερα θεωρείται διεθνώς ένας οικουμενικός συγγραφέας και στοχαστής, ένας κλασσικός. Είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Νεοέλληνας συγγραφέας και σχεδόν δεν υπάρχει άνθρωπος που ξέρει να διαβάζει και δεν θα μπορέσει σε κάποια γλώσσα να διαβάσει Καζαντζάκη.

Στον τάφο του, που είναι παγκόσμιο πνευματικό προσκύνημα, έχει τοποθετηθεί το επιτύμβιο που εκείνος ζήτησε:Δε φοβούμαι τίποτα.Δεν ελπίζω τίποτα.Είμαι λέφτερος.

Alighieri, Dante

Dante Alighieri (1265-1321). Γεννήθηκε στη Φλωρεντία και πέθανε στη Ραβέννα, σε ηλικία 56 ετών. Σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία και νομικά. Αποφασιστικό ρόλο στη ζωή του και την όλη του ποιητική δημιουργία έπαιξε ο μεγάλος έρωτάς του προς την κατά ένα μόνο χρόνο νεώτερη του Βεατρίκη Πορτινάρι, την οποία και για πρώτη του φορά συνάντησε σε ηλικία μόλις εννιά ετών. Μετά από άλλα εννιά χρόνια, την ξανασυνάντησε και την αγάπησε περιπαθέστατα, αλλά και τελείως αγνά (πλατωνικά). Την έβλεπε σαν "άγγελο σε σχήμα γυναίκας" ή τέλος σαν "πηγή βαθύτατης και υψηλότατης συγκίνησης" γι αυτόν. Η Βεατρίκη, που είχε στο μεταξύ συζευχθεί με άλλον, πέθανε λίγο αργότερα, σε ηλικία μόνο 25 ετών. Αρχικά ο Δάντης είχε περιγράψει τον πυριφλεγή μεγάλο του έρωτα στο βιβλίο του "Vita nuova" στη συνέχεια όμως έφθασε να τον αποθεώσει κυριολεκτικά, στο ασύγκριτο του αριστούργημα την περίφημη "Divina comedia", τη "Θεία κωμωδία", δηλαδή τo διαιρεμένο ως γνωστόν, σε τρία ξεχωριστά βιβλία: την "Κόλαση", το "Καθαρτήριο" και τον "Παράδεισο". Ο μεγάλος Φλωρεντίνος βάρδος, μαζί με τον σχεδόν σύγχρονό του Πετράρχη, θεωρούνται κι σαν οι δύο αναμορφωτές της ιταλικής γλώσσας. Με τη μέγιστη επίδραση των έργων τους πέτυχαν έκτοτε να καθιερώσουν την καθομιλουμένη ζωντανή γλώσσα, του λαού ως γλώσσα της λογοτεχνίας, η οποία κατ ολίγο, εξελίχθηκε και σε επίσημη γλώσσα ολόκληρου του Ιταλικού εθνικού συνόλου. Τόσο στο "Συμπόσιό" του, όσο και, προ πάντως, στην "Θεία κωμωδία" του, ο Δάντης χρησιμοποιεί την καλλιεργημένη διάλεκτο της Τοσκάνας και της Φλωρεντίας, που έγινε κατόπιν πρότυπο για όλους τους υπόλοιπους Ιταλούς ποιητές και συγγραφείς. Καθώς δε τόνιζε κι ο ίδιος: "Χυδαία δεν είναι η γλώσσα του λαού, που εγώ μεταχειρίζομαι. Χυδαίοι είναι μόνο οι καταφρονητές της ζωντανής αυτής γλώσσας, την οποία μιλούν οι άνθρωποι του μόχθου και της προκοπής στη χώρα αυτή".